…θα σε ονομάσω ονειρολόγιο. Εγώ μιλάω, εγώ γράφω, εγώ σβήνω, εσύ ακούς, εσύ σωπαίνεις. Μακάρι να ήταν αλλιώς. Μόνο σου θα είσαι ένα απλό πρόχειρο. Μην το παρεξηγείς όμως αυτό. Ανάλογα με το τι νιώθω, θα αποκτάς δύναμη. Θα ορίζεις τη χαρά μου, τη δημιουργία και θα αποτελείς το θησαυρό μου. Σε’ σένα θα αποτυπώσω το περιβάλλον μου με λέξεις. Γιατί κάθε λέξη είναι χίλιες εικόνες, αν ο αφηγητής και ο ακροατής δε φοβούνται τη φαντασία. Εμείς θα την κάνουμε την επανάσταση. “Και αν είναι το σήμερα νωρίς, το αύριο μπορεί και να μην είναι αργά…”

Με τον τρόπο αυτό θα με γνωρίσεις και στο τέλος, θα μπορούν να γνωρίσουν και εσένα άλλοι. Θα μου πεις όμως, ότι εγώ είμαι εσύ. Λάθος! Εδώ γράφει ένας άλλος εαυτός, ο επαναστάτης, ο ρομαντικός, ο “συμπαθητικός”. Εγώ, μακριά από τις λευκές σελίδες σου, το παρθένο σώμα, είμαι άλλος. Ποιος; Δεν ξέρω και ούτε θέλω να γνωρίσω. Μας ενδιαφέρει το εδώ, φίλε.

Μάθαμε λοιπόν τους πρωταγωνιστές. Τώρα ο χρόνος και ο τόπος. Τα πάντα θα είναι δημιουργία του συναισθήματος, της ψυχής. Άρα θα πούμε τόπο την ψυχή και χρόνο, δεν ξέρω. Η ιστορία αρχίζει και τρέφεται από διάφορες ανάγκες. Άλλοι τις ονομάζουν απαισιοδοξία, άλλοι τρέλα. Εγώ θα τις αποκαλέσω απογοήτευση. Θα έχουμε λοιπόν και συντροφιά μία θηλυκή ύπαρξη, την απογοήτευση. Για αρχή είμαστε αρκετοί, άλλωστε τι χρειάζεται; Η έμπνευση (απογοήτευση), το μέσο (εσύ) και ο παθών (εγώ). Ξέχασα και κάποιον στόχο. Ας τον ονομάσουμε λύτρωση…

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Μονάχος στέκομαι και σε κοιτώ ολόγιομο φεγγάρι.
Μπροστά μου καθρεφτίζεσαι στο ήρεμο νερό
φωτίζεις της ψυχής το σκοτεινό κουφάρι,
τη νύχτα απειλείς μ’ ένα σου φως αχνό.

Χαζεύω τις σκιές που γύρω μου χορεύουν
φιγούρες μες τη θάλασσα, τα σύννεφα, παντού˙
τις σκέψεις μου ξυπνούν, τη φαντασία παρασέρνουν
μακριά από την πόλη, τις λεωφόρους του χαμού.

Απολαμβάνω σκεφτικός το σκοπό της μοναξιάς σου.
Συντροφεύει της ζωής μου το μεγάλο ερωτηματικό:
Γιατί η αρμονία να χαράζει την τροχιά σου;
Μήπως ελεύθερο θα μου φανέρωνες κάτι διαφορετικό;

Η ώρα είναι περασμένη μα εγώ θα περιμένω
να μου προδώσεις το κρυφό σου μυστικό.
Τη λύτρωση γυρεύω, συγγνώμη που επιμένω˙
μα το τέλος ενός στίχου σου ζητάω, ν’ αποκοιμηθώ…