…θα σε ονομάσω ονειρολόγιο. Εγώ μιλάω, εγώ γράφω, εγώ σβήνω, εσύ ακούς, εσύ σωπαίνεις. Μακάρι να ήταν αλλιώς. Μόνο σου θα είσαι ένα απλό πρόχειρο. Μην το παρεξηγείς όμως αυτό. Ανάλογα με το τι νιώθω, θα αποκτάς δύναμη. Θα ορίζεις τη χαρά μου, τη δημιουργία και θα αποτελείς το θησαυρό μου. Σε’ σένα θα αποτυπώσω το περιβάλλον μου με λέξεις. Γιατί κάθε λέξη είναι χίλιες εικόνες, αν ο αφηγητής και ο ακροατής δε φοβούνται τη φαντασία. Εμείς θα την κάνουμε την επανάσταση. “Και αν είναι το σήμερα νωρίς, το αύριο μπορεί και να μην είναι αργά…”

Με τον τρόπο αυτό θα με γνωρίσεις και στο τέλος, θα μπορούν να γνωρίσουν και εσένα άλλοι. Θα μου πεις όμως, ότι εγώ είμαι εσύ. Λάθος! Εδώ γράφει ένας άλλος εαυτός, ο επαναστάτης, ο ρομαντικός, ο “συμπαθητικός”. Εγώ, μακριά από τις λευκές σελίδες σου, το παρθένο σώμα, είμαι άλλος. Ποιος; Δεν ξέρω και ούτε θέλω να γνωρίσω. Μας ενδιαφέρει το εδώ, φίλε.

Μάθαμε λοιπόν τους πρωταγωνιστές. Τώρα ο χρόνος και ο τόπος. Τα πάντα θα είναι δημιουργία του συναισθήματος, της ψυχής. Άρα θα πούμε τόπο την ψυχή και χρόνο, δεν ξέρω. Η ιστορία αρχίζει και τρέφεται από διάφορες ανάγκες. Άλλοι τις ονομάζουν απαισιοδοξία, άλλοι τρέλα. Εγώ θα τις αποκαλέσω απογοήτευση. Θα έχουμε λοιπόν και συντροφιά μία θηλυκή ύπαρξη, την απογοήτευση. Για αρχή είμαστε αρκετοί, άλλωστε τι χρειάζεται; Η έμπνευση (απογοήτευση), το μέσο (εσύ) και ο παθών (εγώ). Ξέχασα και κάποιον στόχο. Ας τον ονομάσουμε λύτρωση…

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

ΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ

Όταν θα έχουν όλα πια τελειώσει
και οι σειρήνες του χαμού θα πάψουν ν’ αντηχούν
το γνώριμο της μοναξιάς μεθυστικό τραγούδι
θα συνοδεύει τα λεπτά, τις ώρες που κυλούν.

Όταν θα έχουν όλα πια τελειώσει
και οι μορφές της τραγωδίας στα καμαρίνια αφεθούν
τη θέση ένα χαμόγελο στα χείλη δε θα πάρει,
θα συνεχίσει ο καθένας όπου τα βήματα τραβούν.

Όταν θα έχουν όλα πια τελειώσει
και η ενέργεια της θλίψης στερέψει και αυτή
οι άνθρωποι ανδρείκελα, χωρίς καμία ουσία,
θ’ ακολουθήσουν του σήμερα την πάγια προσταγή.

Όταν θα έχουν όλα πια τελειώσει
και πάψουν οι γύρω μου να με δικαιολογούν
τα παραμύθια για τους πρίγκιπες δε θα ‘χουν αίσιο τέλος,
τους στίχους θα διαβάζουν, θα κλαιν, μα θα σιωπούν…

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

Θα ήθελα να φύσαγε ένα αεράκι, καλοκαιρινό.
Να με ‘παιρνε, να χανόμουν σε πελάγη μακρινά˙
σαν άστρο που ξέμεινε σε φόντο σκοτεινό
και φώτισε του μυαλού μου τ’ απόκρυφα κενά.

Μέσα σε δρόμους μυστικούς και σε σοκάκια ξένα
θα έψαχνα του εαυτού μου τις άγνωστες γραφές˙
μήπως ξεφύγω τελικά απ’ της δειλίας την πένα
και της αδυναμίας τις πυκνές και ανθεκτικές ραφές.

Στο ταξίδι μου αυτό, θα έψαχνα μία απάντηση˙
η φαντασία θα κυριαρχούσε και γνώση θ’ αποκτούσα,
ώστε τα όνειρα που στο σήμερα κατάντησαν μία άρνηση,
αμήχανα να πίστευα και στοργικά να συντηρούσα.

Θα ένιωθα ελεύθερος τους στόχους να ορίσω,
τα ιδανικά που θ’ άξιζε για ‘κείνα να χαθώ˙
ώστε τις μέρες μου με νόημα γλυκό να τις γεμίσω,
όπως γεμίζουν οι ηλιαχτίδες τον πρωινό ουρανό.

Και τότε έτοιμος θα γύρναγα στο λαβωμένο τώρα,
μαζί μ’ αυτή την εύπλαστη μα τόσο βαριά κληρονομιά
σε κάθε άνθρωπο που νοσταλγεί τα “ευτελή” ετούτα δώρα,
απλόχερα να δώσω, με μία φτωχή ματιά…

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μέσα στο άλμπουμ της ζωής θα ζωγραφίσω εικόνες˙
δε θα’ ναι χρώματα γεμάτες, δε θα’ ναι στατικές˙
ένα συναίσθημα θα οδηγεί μακριά απ’ τους κανόνες
και μια ανάμνηση θα φανερώνει στιγμές ιδανικές.

Φαντάσου ηλιοβασιλέματα μέσα σ’ ένα καράβι˙
γύρω η γαλάζια έκταση να σε κυβερνά
στο βάθος τη στεριά να την κοιτάς με νάζι
ενώ δυο γλάρους θεωρείς μονάχη συντροφιά.

Φαντάσου νύχτες μαγικές στο λόφο να βαδίζεις˙
με δέος το απέραντο της πόλης να κοιτάς
και κάθε σκέψη σου αμήχανα με ελπίδα να γεμίζεις
αφού εκεί πάνω νιώθεις, για λίγο, βασιλιάς.

Σε κούρασα, μα σε καλώ να φανταστείς εκείνη
που αγάπησες πιο έντονα από την ίδια τη ζωή˙
να σε κοιτά στα μάτια, με τόλμη, που προδίδει
τη σκέψη της, τα όνειρα που κάνετε μαζί.

Τέλος, φαντάσου τη στιγμή που νιώθεις πως πεθαίνεις˙
χωρίς καμία ενοχή στο παρελθόν σου να γυρνάς
και ικανοποιημένος για ό,τι έφτιαξες και πίσω σου αφήνεις
με θάρρος ν’ αντικρίσεις την πόρτα που περνάς.

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Μία αέναη κίνηση κοιτώ και απολαμβάνω
της θάλασσας που γύρω μου γεμίζει τα κενά
και έναν ήλιο που με χάρη δεσπόζει από πάνω
στης Σαντορίνης τη ζεστή και φιλική αγκαλιά.

Και η εικόνα αυτή στη σκέψη μου μάχεται τη ζωή μου
που μ’ ένα πείσμα βιαστική στο άγνωστο γυρνά
και με περίσσιο ζήλο προσπαθεί να κάψει την ψυχή μου
στη λάβα του ηφαίστειου που ορθώνεται μπροστά…

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΜΕΓΑΝΗΣΙ

Νοστάλγησα απόψε μια μαγεμένη νύχτα
στην αγκαλιά της θάλασσας με έναστρο ουρανό,
δεν είναι το κάλλος της αυτό που σκέφτομαι με γλύκα,
αλλά η ηρεμία που άθελα της με αναγκάζει ν’ αγρυπνώ.

Είναι η γαλήνη που σε κάνει να θέλεις να ξεχάσεις,
το απέραντο μαύρο πέπλο του βραδινού ουρανού,
ένα αεράκι που σκορπάει ό,τι θες να προσπεράσεις
και μια αρμονία σύμμαχος, κάθε ανήσυχου μυαλού.

Σε οδηγούν σε αδιέξοδο ετούτες οι εικόνες
μα σου ανοίγουν ορίζοντες αδιάβατους κρυφούς
και σε προτρέπουν να σκεφτείς μακριά από κανόνες
τι ήσουν και τι θα’ σαι σε μέλλοντες καιρούς.

Όμως κουράζει η πάλη ενάντια στο εγώ σου
σε βασανίζει αλόγιστα μιας αλήθειας η φωνή
και ανήμπορος να αφουγκραστείς τα βάθη της ψυχής σου
με καρτερία αναμένεις τον ήλιο, την αυγή.

Νοστάλγησα απόψε μία νύχτα μαγική
χαμένος μέσα σε όρμους ενός νησιού του Ιονίου
εκεί που ένα συναίσθημα αμφισβήτησε τη λογική
κάτω από το φως του φεγγαριού, κάποια βραδιά του Ιουλίου.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Σήμερα δε θα σε κουράσω πολύ˙
για ένα ταξίδι θα μιλήσω,
μία περιπλάνηση σε κόσμους μακριά απ’ τη λογική
που όταν ήμουν μοναχός, θέλησα να γνωρίσω.

Για μέσο θα έχουμε το νου,
σαν αποσκευή ένα τραγούδι˙
βάση ο αχός ενός γνώριμου σκοπού
και δύναμη της νιότης το λουλούδι.

Η φαντασία θα’ ναι ο οδηγός
και μία ανάμνηση η στάση,
οι σκέψεις μας απύθμενος βυθός
ενώ το όνειρο, του φεγγαριού η λάμψη.

Αγκάλιασέ με κι’ άκουσε τον ήχο των κυμάτων
πιάσε με και ζήσε την εμπειρία αυτή˙
ξέφυγε απ’ τα δεσμά των έμμεσων θανάτων,
συνταξιδιώτη άγγιξε για λίγο τη γιορτή.

Μα αν με νομίζεις για τρελό,
σε προκαλώ τα μάτια σου να κλείσεις
και αν για ένα ταξίδι δεν κινήσεις
τότε μάλλον πήρες τον δρόμο τον “σωστό”…

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κάπως έτσι φαντάζομαι τον ιδανικό θάνατο.
Να κάθομαι λέει αντίκρυ σε πρόσωπο αγαπημένο.
Χαμογελά κι’ εγώ απλά τα μάτια μου κλείνω.
Σκέψου. Αν την τελευταία εικόνα κουβαλάς εκεί στο άπειρο
σε τοπίο πρωτοθώρητο, απ’ την άρνηση της γνώσης απαλλαγμένο,
ένα χαμόγελο να ‘ναι ο σύνδεσμος με του κόσμου μας το κρίνο.
Κάπως έτσι φαντάζομαι τον ιδανικό θάνατο.
Μέχρι την ύστατη στιγμή να προσφέρω κάτι “απαξιωμένο”,
που σαν μια θάλασσα ήρεμη και γαλήνια
συμπληρώνει κάθε κενό, από ‘μένα, πίσω ξεχασμένο…

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Σ’ αγαπώ ζωή μου ξένη, απρόβλεπτη και ωραία˙
σε μυρίζω στον ανθό που έχω μέσα στην καρδιά μου
και το νιώθω το άγγιγμά σου, λες από μία γκρίζα θέα
του κορμιού σου, που παντοτινά, ορθώνεται μπροστά μου.

Σ’ αγαπώ γλυκιά μου μούσα γιατί μόνο εσύ μ’ εμπνέεις˙
εσύ με πείθεις για ένα όνειρο πως αξίζει εγώ να ζω
και ενώ με μία αμφισβήτηση τον κόσμο μας παιδεύεις
φοβάμαι μακριά της, σε δρόμο άχαρο θα πορευτώ.

Σ’ αγαπώ συνταξιδιώτισσα σε λιμάνια και πελάγη,
σε κόσμους άγνωστους, ειρηνικούς και αγνούς,
που δεν αλλοίωσε ακόμα του μικροπρεπή η χάρη
ούτε ξεγελάστηκε απ’ του ιδιοτελή τους ψεύτικους λυγμούς.

Σ’ αγαπώ γιατί μου πρότεινες τον δύσκολο τον δρόμο˙
αυτόν που μου χαρίζει περίσσιες ευωδιές
και μου ορίζεις αυθαίρετα έναν δικό σου νόμο,
ν’ αποφεύγω τους ανθρώπους που μοιάζουν με σκιές.

Σ’ αγαπώ γιατί μου πρόσφερες χιλιάδες πειρασμούς
και με δοκίμασες προκλητικά στο λάθος, την αλήθεια˙
όμως δεν άντεξα, γεύτηκα του σκότους τους τριγμούς
και τώρα μία αρρώστια χουγιάζει μεσ’ τα στήθια.

Σ’ αγαπώ και σε κερνώ ακόμα ένα ποτήρι
απ’ το μπουκάλι που μ’ αυτό τον χρόνο μου μετράς.
Τη συντροφιά σου θεωρώ πολύτιμο στολίδι
κι ας χάνω χρόνια απ’ τις γουλιές που εσύ τώρα μεθάς.

Σ’ αγαπώ γλυκιά ζωή μα το νιώθω πως σε χάνω˙
ενώ μία ντροπή αισθάνομαι το λόγο να σου πω.
Βλέπεις, απ’ την ανάγκη μου το πρόσωπό σου να κοιτάω
έμαθα και τους ανθρώπους γύρω μου, με πάθος ν’ αγαπώ…

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ…

Κοιτώντας τα παράθυρα ξεχνιέσαι αφηρημένος.
Θαυμάζεις το τοπίο που ένα πλαίσιο οριοθετεί
και είσαι απ’ του συνόλου το μονότονο απαλλαγμένος
καθώς φαντάζει μοναδική η εικόνα στο γυαλί.

Είναι η αντίθεση με το αδιέξοδο του τοίχου.
Το αίσθημα ελευθερίας που γεννάει η φυγή.
Είναι αυτή η έλλειψη κάποιου τυχαίου ήχου
που σε ωθεί μ’ ένα τραγούδι να σπάσεις τη σιωπή.

Κοιτώντας τα παράθυρα απομονώνεις την ελπίδα.
Δε βλέπεις το καλύτερο ούτε το πραγματικά κακό.
Καθετί αποτελεί μία νέα άγραφη σελίδα˙
του ονειρολογίου που το κρύβεις σε μέρος μυστικό.

Απ’ το παράθυρο διακρίνεις μία παρουσία ξεχωριστή.
Με τη χάρη που διασχίζει της ψυχής σου το πλατώ,
τι όμορφα που δένει με του ονείρου σου τη σκηνή.
Πόσο θες να της φωνάξεις: «μη χαθείς, μείνε εδώ…»

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

ΑΝΑΤΟΛΗ

Την ψυχή παρομοιάζω με τον ήλιο.
Δεν ξέρω αν έχει χρώμα αν είναι φωτεινή˙
δεν ξέρω αν ένα σύννεφο αρκεί για να κρυφτεί˙
μα αισθάνομαι τον κύκλο που χαράζει σιωπηλή.

Και το συναίσθημα φαντάζει ηλιαχτίδα.
Δεν ξέρω ένα εμπόδιο αν μπορεί να προσπεράσει˙
δεν ξέρω ένα σώμα αν θα μπορούσε να το κάψει˙
μα νιώθω πως την άδεια μου ζωή μπορεί να επηρεάσει.

Είναι και το σώμα ουρανός.
Ένας ήλιος του ορίζει τι ποτό θα μας κεράσει,
μία δύση, ένα δειλινό προσμένει να ησυχάσει,
μία ηλιαχτίδα καρτερεί αισιοδοξία να μοιράσει…

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Μονάχος στέκομαι και σε κοιτώ ολόγιομο φεγγάρι.
Μπροστά μου καθρεφτίζεσαι στο ήρεμο νερό
φωτίζεις της ψυχής το σκοτεινό κουφάρι,
τη νύχτα απειλείς μ’ ένα σου φως αχνό.

Χαζεύω τις σκιές που γύρω μου χορεύουν
φιγούρες μες τη θάλασσα, τα σύννεφα, παντού˙
τις σκέψεις μου ξυπνούν, τη φαντασία παρασέρνουν
μακριά από την πόλη, τις λεωφόρους του χαμού.

Απολαμβάνω σκεφτικός το σκοπό της μοναξιάς σου.
Συντροφεύει της ζωής μου το μεγάλο ερωτηματικό:
Γιατί η αρμονία να χαράζει την τροχιά σου;
Μήπως ελεύθερο θα μου φανέρωνες κάτι διαφορετικό;

Η ώρα είναι περασμένη μα εγώ θα περιμένω
να μου προδώσεις το κρυφό σου μυστικό.
Τη λύτρωση γυρεύω, συγγνώμη που επιμένω˙
μα το τέλος ενός στίχου σου ζητάω, ν’ αποκοιμηθώ…

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ΠΡΟΧΕΙΡΟ

Σε σένα επιστρέφω και ζητώ
ν’ ακούσεις το κρυφό παράπονό μου
βλέπεις το τραύμα δεν ξεχνάει να ματώνει
τώρα βαπτίζω τις σελίδες σου θεό.

Τη φλόγα αυτή την ώρα κοιτάζω σιωπηλός
σκέφτομαι όμορφες στιγμές, μνήμες χαμένες
και στο κορμί σου χάραξα σκέψεις φιμωμένες,
γιατί ανάγκη είχα σε κάποιον να τις πω.

Είναι που είσαι εσύ μαζί, ο φίλος κι ο εχθρός μου
το γέλιο μου δε γνώρισες ούτε και τη χαρά
μόνο ντροπή, δειλία, όνειρα χαμένα μεσ’ τη σκόνη
που θέλησα και τ’ άφησα στη λήθη μυστικά.

Σε λίγο θα γεμίσεις μουτζούρες και γομίδια.
Εγώ θα πάψω ν’ αρμενίζω στου παραλόγου τα νερά
μα εσύ θ’ αποτελείς κρησφύγετο για εκείνα
που νιώθω όταν το φως της φλόγας με μεθά…